• GUEST WRITER

Tεκμήριο Αθωότητας και ΜΜΕ: δίκη προ των εδράνων

της Ελληκαίτης Κουρτάκη



Η δημιουργία ενός κοινωνικού-ανθρωπιστικού κράτους αποτελεί σημείο εξέλιξης όλων των πολιτισμένων κοινωνιών. Παράλληλα το δικαίωμα της δίκαιης δίκης συνιστά θεμέλιο λίθο κάθε σύγχρονης ευνομούμενης και πολιτισμένης κοινωνίας, τη βάση ενός δίκαιου και δημοκρατικού πολιτισμού προστατευόμενο από κρατικούς νόμους αλλά και από διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η αρχή της δίκαιης δίκης αποτυπώνεται στο άρθρο 6 παρ 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που εγχαρτώνει στο σύνολό του το κράτος δικαίου αποσκοπώντας στη σύννομη, ακώλυτη και αποτελεσματική δράση των κρατικών οργάνων, στην αναγνώριση, προστασία και απαγόρευση της καταχρηστικής ασκήσεων των θεμελιωδών και απαράγραπτων ανθρωπίνων και συνταγματικών δικαιωμάτων από την πολιτεία.



Στην αρχή αυτή στηρίζεται ένα σημαντικό όπλο, μια θεμελιώδης αρχή που διέπει τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης, το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ 2 ΕΣΔΑ, κατά το οποίο: Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του (ο κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του). Συνακόλουθα το άρθρο 6 παρ 2 απέκτησε αυξημένη τυπική ισχύ βάσει του άρθρου 28§2 του Συντάγματος και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής έννομης τάξης, χωρίς μάλιστα να είναι δυνατή η κατάργησή του με νόμο.


Έτσι, η σιωπή του κατηγορουμένου ή η άρνησή του να απαντήσει δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως τεκμήριο ενοχής καθώς μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του και με παθητική στάση χωρίς να συμπεραίνεται ότι ομολογεί την ενοχή του. Πρόκειται για μια διαδικαστική εγγύηση που εκτείνεται από το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης έως την έκδοση αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, δηλαδή απόφασης που δεν επιδέχεται αναίρεση. Συγχρόνως, εφαρμόζεται και ως μια διάσταση της προσωπικότητας του κατηγορουμένου με την έννοια ότι πριν ο ίδιος καταδικασθεί νομίμως καλύπτεται από την τιμή και την υπόληψη που αναπόδραστα φέρει και προς τούτο υπόκειται σε αυτόνομη προστασία.


Το τεκμήριο αθωότητας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με επιμέρους αρχές της ποινικής δίκης ήτοι την αρχή  nullum crimen, nulla poena, sine procesu (κανένα έγκλημα δεν υπάρχει ούτε επιβάλλεται ποινή χωρίς νόμο και δίκη–που έχει διεξαχθεί κατά τους νόμιμους τύπους και την αρχή in dubio pro reo γνωστή ως αρχή της αμφιβολίας υπέρ του κατηγορουμένου.). Στην ελληνική έννομη τάξη το τεκμήριο εισήχθη πρώτη φορά στο Πολιτικό Σύνταγμα που ψήφισε το Μάιο του 1827 η Γ’ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα, ορίζοντας στο άρθρο 15 ένα τεκμήριο μη ενοχής: «Έκαστος προ της καταδίκης του δεν λογίζεται ένοχος». Σήμερα στην ισχύουσα νομική νομοθεσία δεν κατοχυρώνεται ρητά αλλά ενυπάρχει σιωπηρά στην ελληνική πραγματικότητα.


Το πεδίο εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού καθορίζει εν πολλοίς και τις κατηγορίες ανθρώπων που δεσμεύονται από εκείνο. Ο κατηγορούμενος φυσικά δεν εντάσσεται στον κύκλο αυτών των προσώπων, επειδή έχει εκ του νόμου την κατοχή του και συνεπώς τη δυνατότητα άσκησής του. Παραλήπτες λοιπόν, του εν λόγω τεκμηρίου είναι οι δικαστές, δικαστικά πρόσωπα, κρατικά όργανα ή οποιοιδήποτε λειτουργοί (δικηγόροι, δικαστικοί υπάλληλοι, κοινωνικοί λειτουργοί) που παίρνουν μέρος στη διαδικασία. Μάλιστα, σύμφωνα με την κρίση της Επιτροπής του ΕΣΔΑ νομολόγησε τη δέσμευση των προσώπων της Κυβέρνησης από το τεκμήριο ενώ στην υπόθεση Krause εναντίον Ελβετίας η Επιτροπή του ΕΣΔΑ έκρινε, ότι το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί βασικό κανόνα δικαίου, το οποίο πρέπει να σέβονται όλοι οι δημόσιοι λειτουργοί πριν την καταδίκη ενός προσώπου.


Πρόβλημα υφίσταται όσον αφορά την περίπτωση προσβολής του τεκμηρίου αθωότητας από ιδιώτες, καθώς το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ ουδεμία προστασία προσφέρει καθώς, κατά την κρατούσα γνώμη, δεν αναπτύσσεσαι έναντι τους άμεση τριτενέργεια. Ωστόσο υποστηρίζεται, ότι το τεκμήριο αναπτύσσει τριτενέργεια στον ιδιωτικό χώρο, η οποία σήμερα πια αναγνωρίζεται ρητά από το αναθεωρημένο άρθρο 25§1 του Συντάγματός μας. Σ’ αυτόν τον χώρο ο κατηγορούμενος έχει ανάγκη ιδιαίτερης προστασίας, ιδίως από τα ιδιωτικά ΜΜΕ τα οποία αποτελούν κοινότυπο παράδειγμα μεταχείρισης κατηγορουμένου ως ενόχου πριν να αποδειχθεί νομίμως η ενοχή του. Στην περίπτωση αυτή ο προσβαλλόμενος κατηγορούμενος δεν δύναται να προστατευθεί από την πρακτική του ανθρώπινου εξευτελισμού στην οποία υπόκειται λόγω της στοιχειοθετηθείσας κατηγορίας από τα ΜΜΕ παρά μόνο με την επίκληση διατάξεων που περιφρουρούν την προσωπικότητα του υποκειμένου. Στο συγκεκριμένο ζήτημα ένα σημαντικό βήμα έγινε, όταν το 1991 το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο ψήφισε τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας στην Ραδιοτηλεόραση, που προβλέπει ότι: “Οι κατηγορούμενοι δεν αναφέρονται ως ένοχοι. Η αρχή ότι ο κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος μέχρι την καταδίκη του γίνεται σεβαστή”. Κατά πόσο όμως η αρχή αυτή είναι σεβαστή; Μήπως εκτός των δικαστικών εδράνων εκτυλίσσεται μια παράλληλη δίκη;


Η ενημέρωση του κοινού σχετικά με το έγκλημα και την εγκληματικότητα εντάσσεται στο πλαίσιο του λεγόμενου δικαστικού-αστυνομικού ρεπορτάζ. Οι δημοσιογράφοι που ασχολούνται με το συγκεκριμένο είδος καλούνται να παρακολουθήσουν την κύρια διαδικασία (δίκη) όπως ορίζει η αρχή της δημοσιότητας σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ2 και 3 του Συντάγματος. Η πρώτη αναμετάδοση δίκης στην Ελλάδα έλαβε χώρα το 1989 και αφορούσε τη δικη του σκανδάλου Κοσκωτά η οποία χαρακτηρίστηκε ως μητέρα των δικών. Από τότε έως σήμερα ζητούμενο μέσα από την αναμετάδοση των ΜΜΕ θα πρέπει να είναι η αναζήτηση, η ανάδειξη της αληθείας και η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των διαδίκων. Ωστόσο, προκύπτουν συχνά προβληματισμοί σχετικά με την προ(σ)βολή της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων, τον εκφυλισμό της δίκης, τη διατάραξη της κύριας διαδικασίας και την επιρροή στην κοινή γνώμη λόγω του πλήθους των δικαστικών ρεπορτάζ.


Χαρακτηριστικό, αποτελεί η συνήθης εικόνα των τηλεοπτικών συνεργείων να κυκλώνουν ασφυκτικά των κατηγορούμενο και να τον συνεοδεύουν μαζί με τα αστυνομικά όργανα στο ακροατήριο για να δικαστεί, να περιμένουν τους κατηγορούμενους ή τους υπόπτους έξω από το γραφείο του ανακριτή προσπαθώντας να επιτύχουν μια δεύτερη κατάθεση σχετικοποιώντας της αρχή της μυστικότητας της ανάκρισης αλλά και να παρακολουθούν τις κινήσεις ατόμων στα οποία δεν έχει αποδοθεί ακόμα καμία κατηγορία. Αλλά και μετά την καταδίκη σε πρώτο βαθμό και ενώ ο καταδικασθείς έχει ακόμα την δυνατότητα ένδικων μέσων και ανατροπής της σχετικής απόφασης, τα ΜΜΕ βρίθουν εκτεταμένων αποφαντικών αξιολογήσεων σε βάρος της προσωπικότητας του κατηγορουμένου προσλαμβάνοντας ρόλο δικαστή και συντηρώντας μια παρα-δικαιική αντίληψη του δικαίου, η οποία πολλαπλασιάζει φενακισμένες συνειδήσεις, αλλοτριωμένες προσωπικότητες, ανόητους βιταλιστές που αναπαράγουν τον επίσημο εικονικό λόγο. Δεν είναι λίγες μάλιστα οι φορές που ο δημόσιος διασυρμός που υφίσταται ο δράστης υπερβαίνει σε βαρύτητα την ποινή που επιβάλλεται από το δικαστήριο.


Εν κατακλείδι, η ευθύνη του δημοσιογράφου σε υποθέσεις ποινικού ενδιαφέροντος είναι κάθε άλλο παρά ήσσονος σημασίας καθώς έργο του είναι η αναζήτηση της αλήθειας και η μετάδοση της είδησης με παράλληλη υποχρέωση προστασίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, της ιδιωτικής ζωής και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου και εν προκειμένω του κατηγορουμένου σεβόμενος το τεκμήριο αθωότητας απεμπλακόμενος από την ιδιότητα του λαϊκού δικαστή.

Πηγή εικόνας: https://www.taxydromos.gr/m/m_article.php?id=281059

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png