• GUEST WRITER

Δικονομία και ενσυναίσθηση

της Ιωάννας Πασιά


Ποια είναι τα όρια της συμπεριφοράς των δικαστικών λειτουργών; Επιτρέπεται σε ειδεχθή εγκλήματα τα παραπάνω πρόσωπα να εκφράσουν προσωπικές πεποιθήσεις και συναισθήματα; Είναι δυνατόν να υπερκεραστεί η νηφαλιότητα ενός λειτουργού της δίκης προς υπεράσπιση του θύματος; Δικαιολογείται τέτοια υπέρβαση εάν το έγκλημα είναι προδήλως αποτρόπαιο;


Πηγή εικόνας: www.iefimerida.gr

Αυτά τα ερωτήματα απασχολούν τις τελευταίες μέρες την ελληνική κοινωνία, μετά την αγόρευση της εισαγγελέως Αριστοτελείας Δόγκα στη δίκη της υπόθεσης της Ελένης Τοπαλούδη, υπόθεση η οποία προκάλεσε το κοινό περί δικαίου αίσθημα και συγκλόνισε την κοινή γνώμη. Η αγόρευση της εισαγγελέως χαρακτηρίστηκε από έντονη συναισθηματική φόρτιση με αποτέλεσμα να βρεθεί στο επίκεντρο της επικαιρότητας.


Η ελληνική κοινωνία στην πλειοψηφία της τάσσεται υπέρ των όσων ειπώθηκαν στο δικαστήριο από την εισαγγελέα, κάνοντας λόγο για δικαίωση και αποκατάσταση των γυναικών σε μία κοινωνία όπου εξακολουθούν να υπάρχουν παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους. Είναι γεγονός πως παρόλο που η ισότητα των φύλων είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, δεν είναι λίγες οι φορές που η θέση των γυναικών υποβιβάζεται ή πολλές πράξεις εναντίον τους παραμένουν ατιμώρητες. Η αγόρευση της εισαγγελέως ανέδειξε την απάνθρωπη φύση του εγκλήματος και ζήτησε την καταδίκη σε ενοχή των δύο κατηγορουμένων, ζητώντας να μην τους αναγνωρισθεί κανένα ελαφρυντικό (αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι οι τελευταίοι δεν έδειξαν ειλικρινή μεταμέλεια για την πράξη τους). Καμία γυναίκα δεν αξίζει τέτοια μεταχείριση και είναι καθήκον της Πολιτείας να μέμφεται τέτοιες πράξεις, οι οποίες αντιβαίνουν στον σεβασμό της αξίας και της προσωπικότητας του ανθρώπου. Και πράγματι, νωρίτερα οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ομόφωνα ένοχοι και τους επιβλήθηκε η ανώτατη ποινή από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών.


Από την άλλη πλευρά, η αγόρευση της εισαγγελέως πυροδότησε -δικαιολογημένα- αντιδράσεις. Η ίδια, στην αίθουσα του δικαστηρίου ταυτίστηκε με την Ελένη, ήταν έντονα συναισθηματικά φορτισμένη, δέχθηκε λουλούδια από τον πατέρα του θύματος και έκανε σχετικές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η εισαγγελέας εξέφρασε το κοινό περί δικαίου αίσθημα, υπάρχουν όμως έντονες αντιρρήσεις στον τρόπο με τον οποίο αυτό πραγματώθηκε. Θεμελιώδης αρχή της ποινικής διαδικασίας, όπως ορίζεται ρητά στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρο 332), αποτελεί η μεταχείριση των συμμετεχόντων προσώπων στην δίκη από τους δικαστικούς λειτουργούς «κατά τρόπο αμερόληπτο, ευπρεπή, απαθή και ψύχραιμο». Συγχρόνως, η αρχή της αμεροληψίας των δικαστικών λειτουργών αποτυπώνεται και στο άρθρο 15 του ανάλογου κώδικα, που ορίζει ότι αν υπάρχει υπόνοια μεροληψίας από πλευράς ενός λειτουργού της δίκης, αυτός θα πρέπει να εξαιρείται.


Ο Δημήτριος Βερβεσός, πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ζήτησε τον πειθαρχικό έλεγχο της εισαγγελέως, δηλώνοντας ότι η θέση της «προσδίδει συμπεριφορά αντίθετη προς τον θεσμικό ρόλο και τις επιβαλλόμενες από το νόμο υποχρεώσεις ως συλλειτουργού της δικαιοσύνης, έλαβε χώρα καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων της, παραβιάζει ευθέως τις διατάξεις του ΚΠΔ και του ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων και απάδει στον εισαγγελικό θεσμό». Ο Αλέξης Κούγιας, συνήγορος της Πολιτικής Αγωγής στη δίκη για τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη, έκρινε ορθή την θέση του Δικηγορικού Συλλόγου και δήλωσε ότι κάθε δικαστικός λειτουργός πρέπει να εκπληρώνει νηφάλια το καθήκον του.


Η Πολιτεία είναι ο μοναδικός φορέας σε κάθε δημοκρατική κοινωνία που μπορεί να επιβάλλει ποινικές κυρώσεις, στα πλαίσια αποφυγής εκδήλωσης φαινομένων αυτοδικίας στην κοινωνία και απόδοσης δικαιοσύνης βασισμένη στην αρχή της ενοχής, θεμελιωμένη στα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης. Επομένως, όπως και ρητά κατοχυρώνεται στον νόμο, οι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να παραμένουν αντικειμενικοί και αμερόληπτοι, ώστε να εξαλείφεται κάθε αμφιβολία αναφορικά με την διεξαγωγή της δίκης και την απόφαση του δικαστηρίου. Στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, ο εισαγγελέας δεν είναι διάδικος, δεν αποτελεί συνήγορο του παθόντος. Ασκεί ποινική δίωξη και ο ρόλος του είναι να αναζητήσει την ουσιαστική αλήθεια των γεγονότων, τηρώντας τους κανόνες της ποινικής διαδικασίας, έτσι ώστε στη συνέχεια είτε να ζητήσει την καταδίκη του κατηγορουμένου σε ενοχή και να προτείνει ποινή, είτε την απαλλαγή του.


Βέβαια, ίσως κάποιος αναρωτηθεί, «και οι εισαγγελείς άνθρωποι δεν είναι;». Είναι βέβαιο ότι η ανθρώπινη φύση στέκεται ανίδεη μπροστά σε ένα τέτοιο έγκλημα, όμως όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί είναι εκπαιδευμένοι ώστε να ασκούν το λειτούργημά τους ψύχραιμα και αντικειμενικά. Φανταστείτε, δηλαδή, την περίπτωση οι εν λόγω κατηγορούμενοι να προσφύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ άρθρο 6) και να ζητήσουν την κήρυξη κακοδικίας λόγω έλλειψης αμεροληψίας ενός δικαστικού λειτουργού.


Η αντικειμενική κρίση της δικαιοσύνης αποτελεί δικλείδα ασφαλείας των ατομικών ελευθεριών και κατάκτηση του νομικού μας πολιτισμού. Η αγόρευση της εισαγγελέως απέδωσε την ουσιαστική αλήθεια, όμως η απονομή της δικαιοσύνης, αν και επηρεάζεται από τις κοινωνικές και ηθικές αντιλήψεις, οφείλει να αποστασιοποιείται συναισθηματικά και να εκφράζει αποτέλεσμα ουδέτερης και αντικειμενικής κρίσης.

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png