• GUEST WRITER

ΜΠΟΥΖΟΥΚΟΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ


documentonews.gr

Του Φώτη Λούκα



Μακρής ο χειμώνας φέτος. Οι ήμερες φουλάρουν ανέμελα και η παρέα μου έχει γεμίσει μουσικούς. Καμώνουμε τους μουζικάντηδες.

Ένα όργανο ο καθένας. Αν εξαιρέσω τον Δημητράκη που έχει ένα αυτί να… Όλοι οι άλλοι νομίζουμε ότι κάτι ξέρουμε.

Εγώ κάτι σαν τίποτα κι ο Γιάννης απ την Πιερία θα παίζει λέει … κουδουνίστρες, αλά λάτιν. Μεγαλοφυές!

Του Δημητράκη το αυτί όμως είναι μουσική χοάνη. Ακούει όλες τις νότες κι όλες τις κλίμακες. Αφού όταν έφυγε από κάποιο χωριό των Τρικάλων για να έρθει στο Βερολίνο, το μόνο που πήρε μαζί του ήταν ένα ψιλόλιγνο μπουζούκι. Ταιριάζει στο σουλούπι του. Ψιλόλιγνος.

Μέχρι και Μπετόβεν παίζει. Ότι ακούει το παίζει. Λίγο γκραν γκραν και το έπαιξε.

Κάνουμε τις άθλιες πρόβες μας στο μεγάλο δωμάτιο του σπιτιού μου.

Υποψιάζομαι ότι ο μοναδικός γείτονας του ορόφου κακοπερνά με τις μουσικές μας επιδόσεις.

Μετά όλοι πρέπει να φύγουν. Πέρασε η ώρα λένε… και φεύγουν. Ο Δημητράκης είναι συγκάτοικος μου. Εξ αγχιστείας δηλαδή. Μου προέκυψε από τον σύλλογο φοιτητών. Να βοηθήσουμε τους νέους που έρχονται, να τους βρούμε κάνα σπίτι να μείνουν να μπουν κάπως στο κλίμα το βερολινέζικο.

Ένα είδος αλληλεγγύης με το αζημίωτο βέβαια.

Όλοι οι μέλλοντες στα όργανα του φοιτητικού συλλόγου θα ζητήσουν αργότερα κάνα ψηφαλάκι…

«Αφού έχεις χώρο ρε σύντροφε!.. παρ τον μέχρι να βρει κάτι μόνος του.»

Κάπως έτσι πρόεκυψε κι ο Δημητράκης σε μένα.

Και μπλέξαμε με τις μουσικές και τις μακαρονάδες.

Και μαγειρεύαμε στον τέταρτο όροφο. Απλά πράγματα. Εύκολα.

«το κόλπο είναι ένα», έλεγε «Τα βράζεις.. και κάθε τόσο, παίρνεις ένα με την άκρη του πιρουνιού… και το σαβουρντάς στο τοίχο. Αν κολλήσει, έγινε. Αν δεν κολλήσει και πέσει, θέλει ακόμα λίγο βράσιμο.»

Διατριβή στις μακαρονάδες.

Και έτσι γεμίσαμε με μουσικές και κολλημένα μακαρόνια στους τοίχους της κουζίνας.

Κολλημένα στον τοίχο. Αυτοσχεδιασμός του τυχαίου. Μινιμαλ κάπως!!

Το' χα καημό να στρίψει ένα στον αέρα και να πάρει το σχήμα κλειδιού σολ.

«Γκαντεμιά» σκέφτηκα.

Βράζαμε μακαρόνια σκέτα… βράζαμε με σάλτσα… με πολύ νερό , με λίγο νερό. Πάντως μια μακαρονάδα έβγαινε.

Μπουζουκομακαρονάδα.

Έτσι την ονόμασα κάποια μέρα, που το βράσιμο, μου θάμπωνε τα γυαλιά, σκυμμένος πάνω απ την κατσαρόλα και το πιρούνι ζεματούσε τα ακροδάχτυλα μου, λίγο πριν πετάξω στον απέναντι τοίχο ένα αχνιστό μακαρόνι που προσπαθούσε να κρατηθεί απεγνωσμένα σαν τρομαγμένος γυμνοσάλιαγκας στην άκρη του πιρουνιού. Έτσι μου βγήκε δηλαδή και το είπα καμαρώνοντας – φωναχτά - και άκουσα από μέσα την απάντηση σε νότες και μελώδια…

- Τρίτη πέμπτη μακαρόνια, βρε, τρίτη πέμπτη…

Ο χειμώνας έξω έπαιζε ακόμα με μοτίβα ασπρόμαυρα.

Κάθε πρωί ο δρόμος γέμιζε με φρέσκο χιόνι.

Έβγαιναν οι γερμανοί και καθάριζαν. Αξημέρωτο. Άκουγες τα φτυάρια τους τα ξύλινα να γδέρνουν τα πλακόστρωτα … κράατσς χράατσς.

Το βράδυ ξαναχιόνιζε. Ξανά τα ίδια, την άλλη μέρα.

Το μάζευαν στις άκρες των δρόμων και των πάρκων, σαν βουνά. Λευκά Όρη με μαύρα μικρά στίγματα. Καρβουνόσκονη να μην γλιστράμε αυτοκίνητα κι άνθρωποι. Άνοιγαν δρομάκια να περνούν χωρίς να κινδυνεύουν από πτώσεις και επιπτώσεις.

Και περνούσαν οι γιαγιάδες του Βερολίνου – χήρες του πολέμου – με μόνη συντροφιά τα μικροσκοπικά μακρόστενα σκυλάκια τους, χωμένες σε κασκόλ και στα περίτεχνα καπελίνα τους. Άλλα τριχωτά σαν καφέ αρκούδες κι άλλα πιο λεπτά, με λουλουδάκια στο πλάι και μικρά βέλο. Μόνες κι αργοκίνητες λες και ακλουθούσαν την νεκρική πομπή του Κάιζερ.

Πάντα όμως μια καλημέρα την έλεγαν. Πάντα όμως.! Σε έβλεπαν και χαμογελούσαν λες και σε ήξεραν κι από χθες.

- Καλημέρα σας , Καλημέρα σας!. Και νααα το χαμόγελο.

Χαμογελούσαμε και μείς και ανταποδίδαμε με ελαφρά κλίση του κεφαλιού.

Και κάναμε και χώρο στο στενό καθαρισμένο μέρος του πεζοδρομίου να περάσουν αυτές και το «καθαρόαιμο».

- Τι τις χαιρετάς ρε; μου έλεγε. Αυτές, στο πόλεμο, έτρωγαν ανθρώπινο λίπος απ το Άουσβιτς και έπλεναν τα χέρια τους με σαπούνι απ τους εβραίους… σιγά μην τους πω και καλημέρα….

-Δεν το ήξεραν ρε ρεμπέτη… δεν πρόλαβαν να το μάθουν…

- Καλά τότε… τότε μόνο πιτσιρίκες να χαιρετάμε. Να κάνουμε καμία ιστορία να βελτιώσουμε και τα γερμανικά μας…

Και να τα γέλια με την βελτίωση των γερμανικών μας…

- Πως είναι το ρήμα πηδάω στα γερμανικά;... ξέρεις;

- Σπρίνγκεν!… απαντούσα χαμογελώντας πονηρά.

- Όχι αυτό ρεεεε …..το άλλο …το άλλο!.

Και έβγαινε ο χειμώνας αργά, μακρόσυρτα σαν ηπειρώτικο της τάβλας, τα χιόνια έλειωναν ανακατωμένα με τα ρινίσματα από κάρβουνο και αλάτι, μια ασπρόμαυρη μάζα λερωμένη απ τα χώματα των πάρκων και τις ακαθαρσίες των γερμανικών σκύλων.

Όπου να’ ναι θα τα έχουν μαζέψει απ’ τα παλιά πλακόστρωτα της Χέρμανπλατς. Ένας αναιμικός ήλιος άρχισε να κάνει την εμφάνιση του στα χαμηλά του βερολινέζικου ουρανού. Πάντα χαμηλά αυτός ο ήλιος!. Μια φορά δεν πέρασε πάνω απ’ τα κεφάλια μας… όλο στα μουλωχτά πέρναγε, σκυφτός .. ντροπιάρης.

Τα σκουρόχρωμα αγάλματα στις μικρές πλατείες έδειχναν το πρόσωπο τους και τα πέτρινα μάτια τους έβλεπαν θολά τις βερολινέζικες φλαμουριές που πάσχιζαν να ανοίξουν τα πρώτα τους ανθάκια.

Εμείς περπατούσαμε ανέμελα στα πέριξ τραγουδώντας χαμηλόφωνα για τον φόβο των γερμανών. Σιγά μην καταλάβαιναν τι λέγαμε.

«Θέλω να γί - νω μπουφετζής σε τούρκικους τεκέδες

Να’ ρχονται οι χανούμισσες….»

Άσε που σκοτείνιαζε απ’ το απόγευμα κιόλας

Και κάποια σούρουπα μας πίκραινε έτσι ξαφνικά μια μακρόσυρτη μελαγχολία για όσα συνέβαιναν μακριά μας.

«Σάββατο κι απόβραδο και α-σετιλίνη, στην Αριστοτέλους που γερνάς»

Ναι. Σκοτείνιαζε νωρίς στα δρομάκια της Χέρμανπλατς για όλους.

Παίρναμε τον υπόγειο σαν τους ασβούς και μετά από μερικές στάσεις βγαίναμε πάλι στην επιφάνεια.

Βγαίναμε στα φώτα.

Βγαίναμε στον κόσμο.

Κόσμος απ’ όλον τον κόσμο. Το ανθρώπινο γένος κουκουλωμένο, φασκιωμένο στα κασκόλ και στα παλτά, Φώτα, αυτοκίνητα, μαγαζιά φανάρια επιγραφές. Μια ήρεμη κίνηση σε λειτουργία διαρκείας.

Λεωφόροι των περασμένων χρόνων. Αυτοκράτορες και βασίλισσες έκαναν βόλτες με τα μόνιππα κάποτε…

Δρόμοι φορτωμένοι με ιστορίες και πάθη. Σκεπές γκρεμισμένες από βόμβες. Μνημεία που στήθηκαν για να θυμίζουν τις σφαγές και τις συγγνώμες. Μνημεία που γλίτωσαν και άλλα που έμειναν μισά. Προς γνώση και συμμόρφωση.

Και οι έλληνες στα μαγαζιά τους τα βράδια. Μικρές μπυραρίες με έντονη μυρωδιά από τζατζίκι και «μουζάκα». Ντεκόρ με μικρές ελληνικές σημαίες, πολυκαιρισμένες φωτογραφίες από ελληνικά νησιά στο κατακαλόκαιρο. Μαίανδροι, Λεωνίδας και Μετέωρα.

Δύο σειρές με λάμπες διαφόρων χρωμάτων να κρέμονται πάνω απ τα κεφάλια μας… Σκηνικό φίνος φιλμ. Και γνωστές φυσιογνωμίες.

Χαιρετούρες δεξιά αριστερά χαμογέλα και τετριμμένα λόγια.

Και φυσικά όλοι οι νεοφερμένοι έκαναν «μπαμ» από μακριά.

Από πού είσαι ... τι θα σπουδάσεις… Τα γνωστά.

Και άντε να βολέψουμε κι αυτούς σε κάνα σπίτι, καμιά δουλειά.

Και μικρές ορχήστρες στα μαγαζάκια. Ένα μπουζούκι μια κιθάρα μια φωνή. Πάλκο ξύλινο πρόχειρο. Μικρόφωνα και ενισχυτές.

Κι αν υπήρχε και κανένα πιάνο, κολλημένο στο τοίχο σαν τα μακαρόνια μας, ποιος να παίξει και τι να παίξει.

Μόνο καμιά φορά φώναζε ο Γιώργος ο κιθαρίστας… « κάμε μου ένα λα… ένα λα λέω ρε. Λα είναι αυτό ρε άμουσε; »

Κι άρχιζαν τα όργανα.

Αμάν πασά μου θα τρελαθώ… τα δυο σου χέρια πήρανε… Τέτοια.

Και κάναμε υπολογισμούς εμείς…. Μετρούσαμε τα λίγα μάρκα μας. Θα πάρουμε δυο μικρές μπύρες… να περάσει κι η ώρα να δείχνει και το τραπέζι μας γεμάτο…

Και πέρναγε η βραδιά μέχρι το ξημέρωμα του Σαββάτου.

«Γυφτοπούλα στο χαμάμ, κι εγώ πληρώνω μπιρ-ταμάμ

όσα-όσα τα πλερώνω, να σε βλέπω μπιρ-ταμάμ…»

Ένα τέτοιο σχήμα κέρδισε και τον Δημήτρη μια βραδιά.

-παίζεις Τσιτσάνη πιτσιρίκο? Τον ρώτησε ένας «φτασμένος» κάποιο βράδυ.

- παίζω λέει!!… Και μου γέλασε στα κρυφά χαμηλώνοντας το κεφάλι

- για δείξε μας…

Και ανέβηκε στο πάλκο το ψηλόλιγνο παιδάκι σαν τις μακαρονάδες του στο τοίχο. Κολλημένο…

Κάτι τα λα κάτι τα ντο, κάτι χιτζάζ και Ουσάκ κάτι ο Τσιτσάνης, έμεινε εκεί όλο το βράδυ.

Και του είπαν να ξαναπάει και πήγε. Και ξαναπήγε και καμάρωνε.

«Γεια σου ρε φίρμα» του λέγαμε όλοι. Και του δίνανε τα βράδια παραγγελιές.

Έμπαινα και γω μέσα καμιά βραδιά να τον δω. Τον είχα χάσει ντε. Κι ας έμενε ακόμα στο σπίτι μου. Με έβλεπε και σταμάταγε τα πάντα. Έκλεινε μάτι και παράσερνε και τους λοιπούς οργανοπαίκτες σε άλλο σκοπό. Χαρούμενο.

«Για κοίτα κόσμε ένα κορμί που μπήκε μες στο μαγαζί

Αμάν πασά μου θα τρελαθώ….»

-Αι παράτα μας ... μπουζουκομακαρονά Μάθε κάνα Χατζιδάκι…. Άχρηστε… τον πείραζα. Από Σπανό μήπως ξέρεις κάτι?

Γελούσαμε και έπαιζε…

Πέρναγε ο καιρός… Εγώ τα πρωινά μαθήματα, αυτός τα βράδια έξω. Ψιλοχαθήκαμε. Και μια μέρα γύρισε χαρούμενος που άνοιξαν οι δουλειές και θα πάει και στην Ελβετία παρακαλώ. Με συμβόλαιο.

- Τέρμα οι μακαρονάδες, είπε χαμογελώντας κι έφυγε.

Και έμειναν τα μακαρόνια κολλημένα στη κουζίνα της Ρόιτερστράσσε 36 τέταρτος όροφος παρακαλώ και έπεσε μια ησυχία, μια βουβαμάρα στο δωμάτιο. Και μια κιθάρα ξεκούρδιστη. Παρατημένη. Άφωνη.

Χαθήκαμε.

Ρωτάει η ζωή ? Εμ… δεν ρωτάει. Σου φέρνει, σου παίρνει… σε ανακατώνει. Ανακατώθηκαν οι ζωές μας πέρασαν τα χρόνια, μεγαλώσαμε αλλά δεν το καταλάβαμε ούτε αυτό…

Κάποτε γύρισα στην Ελλάδα για πάντα. Αγώνας να ενταχτείς σε μια κοινωνία που είχε αλλάξει. Με ξένιζαν όλα.

Σαν τους ναυτικούς που μαθημένοι καθημερινά στη θάλασσα, ζαλίζονται στη στεριά.

Ήταν όμορφη τότε η Θεσσαλονίκη. Δεν την ήξερα κι από πριν…

Μια πόλη να την αγαπήσεις. Στα μέσα της και στα έξω της. Με τις πρωινές της ομίχλες, την υγρασία της και τις λιακάδες της, στα καφενεία της παραλιακής, και στα ουζάδικά της, πέρα στη Κρήνη.

Κι έμεινα εδώ. Δούλευα και την μάθαινα. Και κάθε μέρα περνούσα απ την παραλιακή να διώξω το βλέμμα προς το Καράμπουρνο… κατά τον νότο που παράτησα.

«Χωρίσαμε ένα δειλινό με δάκρυα στα μάτια

Η αγάπη μας ήταν γραφτό να γίνει δυο κομμάτια»….

Οικοσκευές και λοιπά σύνεργα είχαν έρθει μαζί μου. Και κούτες με χαρτιά, βιβλία, δίσκους.. Γυναίκα και παιδί το ίδιο.

Άπαντες παρόντες στην «Συμβασιλεύουσα.» Φτωχομάνα «να σε πω και να με πεις».

Μέσα σ’ όλα και μια φωτογραφία. Μικρή έγχρωμη σε γνώριμο τόπο. Ο τέταρτος όροφος της Ρόιτερστράσσε… με δυο νέα παιδιά… ο Δημητράκης και γω. Ένα μπουζούκι μια κιθάρα. Πίσω μας, σκοτάδια.

Τα μόνα φωτεινά, τα πρόσωπά μας. Σκυφτοί πάνω τους, λες και ποιον νταλκά να παίζαμε;;

«Είσαι γύρω μου ένα θαύμα κι είσαι μέσα μου ένα τραύμα»

Δεν θυμάμαι πια… δεν ήξερα τι και πως, και ποιος να την είχε τραβήξει εκείνη την φωτογραφία άραγε;

Και την παράτησα πάλι.

Έτσι κι αλλιώς εδώ είχε καλοκαίρι και τα ραδιόφωνα έπαιζαν

«Κάτσε κάτσε, κάτσε κάτσε. Κάτσε κάτσε στο παπί μου...» Δεν κούμπωνα.!

Και να που άμα θέλει να σε βρει, σε βρίσκει απρόσμενα. Σαν την βουή του σεισμού. Δίσκους χάζευα σε ξένο σπίτι. Και εκεί τον αναγνώρισα.

Έβαλα τα γέλια. Πέσαν όλοι επάνω μου. Τι έπαθες και γελάς?

Μα τέτοια γέλια…

Τα άκουγα τα τραγούδια του στο άσχετο, στο αυτοκίνητο, στο ραδιόφωνο… αλλά δεν μου καθόταν. Ούτε καν το είχα σκεφτεί. Όμως ήταν ο Δημητράκης με άλλους δυο τρεις. Φουλάρια. Μαλλιά, δισκογραφία.

Ίδιο στυλάκι, αδύνατος, ολόιδιος..

Μα τι γέλια έκανα.

Σιγά μην πετάει πια τα μακαρόνια στο τοίχο ακόμα σκέφτηκα. Και ξανάβαλα τα γέλια…

Και πέρασαν πάλι χρόνια δουλεύοντας τα χιλιόμετρα και τους δρόμους.

Ανά τας κώμας και τας ρύμας εν Ελλάδι. Γκρίζαραν μαλλιά, μεγάλωναν τα παιδιά, αλλάζαμε σπίτια κι αυτοκίνητα. Φουρτούνες και μπουνάτσες.

Και μια νύχτα επιστρέφοντας από κάποια άκρη της Ελλάδας, άκουσα στο ραδιόφωνο ότι έρχεται στη Θεσσαλονίκη. Μεγάλα ονόματα. Βαρύγδουπο όνομα γυναικείο, γνωστό ανδρικό, και ο Δημητράκης μαζί.

Καλά είπα… σου την έχω στημένη μαγκάκι μου.

Και είπα ένα βράδυ στη Φώφη… «Πάμε».

Πήραμε και φίλους μαζί. Και είχα και την φωτογραφία. Πήγαμε.

Πρώτο τραπέζι πίστα. Καθίσαμε. Άδειο σχεδόν το μαγαζί. Άσχετη μέρα.

Πέρναγε ένας «προϊστάμενος», τον πιάνω απ το μπράτσο του λέω, «μπορώ να δω τον Δημήτρη μέσα; Είμαι φίλος από παλιά…»

Δεν απόσωσα. Είχε γουρλώσει το μάτι του… «τι λέτε κύριε ..δεν γίνονται αυτά…»

Ωπα λέω. Καλά… «Μπορείς να του δώσεις αυτό?» και του δίνω την φωτογραφία στο χέρι.

Εύκολο λέει. Πανεύκολο.! Την παίρνει και χάνεται μέσα σε φώτα και ήχους και τραπέζια στολισμένα.

Κοίτα πράματα σκέφτομαι. Και γυρίζω στο τραπέζι.

Δεν πρόφτασα να καθίσω και πλακώνουν κάτι ντερέκια πάνω απ το κεφάλι μου κι άρχισαν να γεμίζουν το τραπέζι λουλούδια… πολλά λουλούδια. Μα λέμε πάρα πολλά λουλούδια. Ξεχείλισαν απ το τραπέζι στο πάτωμα… χάσαμε αναπτήρες, τασάκια τσάντες . Έμεινα. Άμα είσαι άμαθος από τέτοια…

Γέλασα. «Μουρλομαγκάκι…»

Τι γελάς ρε; με ρωτούσαν εν μέσω δυνατής μουσικής φωτορυθμικών και λοιπών σοουμπιστικών μηχανημάτων…

- Ε να, γελάω.

- Μα γιατί γελάς;. Ρωτούσαν φωνάζοντας. Τι έπαθε αυτός;.

- Γελάω επειδή κάτι σκέφτηκα.

Δεν μπορούσα, γελούσα με την εικόνα στο μυαλό μου.

- Σκέφτηκα, τι θα γινόταν αν αντί για λουλούδια, έστελνε μακαρόνια βρασμένα…

Και έσκασαν να γελάνε όλοι χωρίς να ξέρουν γιατί.

Τους ακούστηκε για κρυάδα. Αλλά γέλασαν. Πού να ξέραν…

Κάποτε εδέησε. Εμφανιστήκαν. Ταραταντζούμ. Τον έβλεπα, έψαχνε στο χώρο, τον στράβωναν και τα φώτα. Προβολείς στο κατακέφαλο.

Άρχισαν να παίζουν. Τυπικά, επαγγελματικά, με τεράστια χαμογέλα. Φεγγοβολούσαν τα σώματα τα δόντια και τα όργανα.

Δεν ήταν αμάν και πρωτάρηδες αφού!!.

Κάποια στιγμή με είδε. Έσκασε ένα χαμόγελο από μακριά ακλουθώντας το τυπικό χορευτικό που κάποιος μετρ είχε σχεδιάσει για την παρουσία τους. Έπαιζε και μου έλεγε από μακριά…. «κοίτα πως καταντήσαμε…»

Κουνούσε τα χείλια… «μεγαλώσαμε ρεεε…» και συνέχιζε να παίζει.

-Άσε μας ρε Μητσάρα που μεγαλώσαμε. Φώναξα αλλά δεν ξέρω τι άκουσε.. Γελάσαμε, γελούσαν και οι δικοί μου γύρω μου.

Ήθελα να του πω κι αλλά… αλλά που να τα λέω;. Οι μεγαφωνικές ήταν πάντα δυνατότερες από την φωνή μου.

Κάποτε κατέβηκαν απ την σκηνή. Χειροκροτήματα λουλούδια. Τα γνωστά.

Και ήρθε σε λίγο. Αγκαλιές φιλιά χειραψίες ..η γυναίκα μου, φίλοι… τι κάνεις πως πας… Τυπικούρες τις ένοιωθα.

Δυο λεπτά στο πόδι. Στο γόνατο. Τον έτρεχαν τα προγράμματα, θα ξαναέβγαιναν σε μισό λεπτό. Δεν θα μπορούσε να μείνει περισσότερο.

Αλλά χάρηκε πολύ, εξού και τα «λέλουδα» και την φωτογραφία να την κρατήσει;… ναι;. Ναι.

Και να πηγαίνει τώρα επειδή ξαναβγαίνει σε δυο. Και όμορφα χρόνια …όμορφοι καιροί ρε φίλε. Αξέχαστα χρόνια.

Ναι …πήγαινε. Να πας. Θα τα πούμε σύντομα… Θα βρεθούμε…

Και άρχισαν πάλι τα όργανα. Δυνατά. Πιο δυνατά.

«Ευτυχώς που ξέχασα να μεγαλώσω

κι αν με γυρέψετε…….»

Μετά βγήκαν μπαλέτα, στρας, μικροσκοπικά μπικινάκια, τραλαλά, μπούτια για ξελιγούριασμα και λουλούδια. Πολλά λουλούδια.

Ξαναβγήκαν… Άλλα ρούχα Άλλα φώτα.

Σηκώθηκαν κάποιοι να «ρίξουν» στροφές. Γέμισε η πίστα με «μωρά»

Ατσαλάκωτοι όλοι. Αστραφτερά σκουλαρίκια. Φακαντόρο σε λαιμούς κατάλευκους. Αψεγάδιαστοι.

Το Ζεϊμπέκικο της κοκεταρίας. Των χορτάτων.

Σήκωσα το ποτήρι γεμάτο… κι άδειο μετά το χτύπησα στο τραπέζι.

Πήρα ένα λουλούδι απ το τραπέζι και το πέταξα με ορμή στο πουθενά.

«Σηκωθείτε ... πάμε» είπα ... Σάστισαν. Τι έγινε; Γιατί να φύγουμε;

Παραπονέθηκαν…

Τους έδειξα τραγουδώντας τι ήθελα. Αυτό που άκουγαν απ τα ηχεία.

«είναι που θέλω ξαφνικά να τρέξω

Τι όμορφα εκεί έξω....»

Σήκωσα το χέρι βγαίνοντας. Είπα γεια. Με μπουνιά κλειστή, σφιγμένη. Σαν διαδήλωση ενάντια στο τείχος. Μονάχος μου μπροστά του. Να φωνάζω … γκρεμίστε το ρεεεεε. Να παγώνει η μπουνιά στον κρύο αέρα. Λες και άκουγα τα βήματα μου σε πλακόστρωτο… έτριξαν τα πατήματά μου. Μύριζε καρβουνίλα παντού ξανά. Λες και χιόνιζε κι είχαν παγώσει τα μούτρα μου.

Άχνιζαν οι ανάσες να ζεσταίνουν τις χούφτες. Πετούσα πάνω απ τις στέγες της Χερμανπαλτζ μαζί με τις τρελές νιφάδες του χιονιού.

Στροβιλιζόμουν μαζί τους, ανάμεσα σε τούφες από σύννεφο και τα γκριζόμαυρα κτήρια από κάτω. Ανάμεσα στους μικρούς λιγνούς καπνούς των καμινάδων. Πιο ψηλά από τα ανεμικά κίτρινα φώτα των μεγάλων του δρόμων…

Χιονίζει στο κατακαλόκαιρο;

Είχε ένα φεγγάρι πολλών «κηρίων» να φωτίζει την Αριστοτέλους μέχρι την θάλασσα και δυο πλοία να χαζεύουν φωταγωγημένα στα κύματα.

Ξεκόλλα… είπα ψιθυριστά στον εαυτό μου. Στη φτωχομάνα είσαι πια. Μην στραπατσάρεις την νύχτα της. Ανάσανέ την. Άπληστα. Όλη.

Βούιζαν τα αυτιά μου ακόμα από τα ντεσιμπέλ. Το μυαλό μου ξεφύλλιζε παλιά άλμπουμ με ασπρόμαυρες φωτογραφίες «κατά ριπάς».

Αναρωτήθηκα …λες τώρα να τραγουδάνε στο «Μινουί» η Λιλή και η Μαριώ??

Ήταν Πέμπτη. Μου ταίριαζε. Γάντι.

«Τρίτη Πέμπτη μακαρόνια.»

Και κατεβήκαμε τα σκαλιά στο «Μινουί».

Ιερή κατάβαση σε μυσταγωγία των περασμένων που με καταδιώκουν.

«Πριν το χάραμα μονάχος, εξεκίνησα…..»



2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png