• ΑΡΙΣΤΟΚΛΗΣ ΛΑΓΟΣ

Η Ασύμπτωτη Σχέση Κοινωνίας και Τέχνης

Αν η αγωνιώδης προσπάθεια του ανθρώπου να απαντήσει τα θεμελιακότερά του ερωτήματα έχει δώσει, μέχρι τώρα, ας μην το κρύβουμε, πενιχρά αποτελέσματα, οι απαντήσεις ειδικά των ερωτημάτων γύρω από την τέχνη είναι τέτοιες που εύλογα έχουν οδηγήσει πολλούς σε παραίτηση. Σε αυτό το δοκίμιο θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε τη σχέση που καταγράφει το ζήτημα κατανομής των ευθυνών μεταξύ τέχνης και κοινωνίας, και δεύτερον να διαυγάσουμε την αιτιακή και γενεσιουργική τους (αλληλ)εξάρτηση. Υποστηρίζουμε ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι να είναι αποκλειστικό προνόμιο της υψηλής τέχνης μήτε να επιτρέπει στην κοινωνία να την περιορίζει, μήτε να μπορεί να κατανοηθεί ή αιτιακά να εξηγηθεί από οποιονδήποτε υλικό ή ιστορικό περίγυρο. Δεν μας προβληματίζει άλλωστε αυτό, αφού το ζήτημα της τέχνης εμπεριέχει σε μεγάλο βαθμό υποκειμενικότητα.

Η τέχνη ενδέχεται, και ας μην μας ξαφνιάζει αυτό, να μιμείται την ίδια την τέχνη. Αυτό αποτελεί μάλιστα και το σημείο που η απόσταση μεταξύ τέχνης και κοινωνίας είναι αγεφύρωτη και άρα η τέχνη δίνει ρόλο η ίδια στον εαυτό της.

Σε πρώτο στάδιο, αξιοσημείωτη είναι η προσέγγιση της αλληλεπίδρασης μεταξύ τέχνης και κοινωνίας υπό την οπτική της απόδοσης ρόλων μεταξύ τους. Κατ’ αρχάς, κρίνεται αναγκαίο να διερευνήσουμε τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, όπου η τέχνη βρέθηκε πλήρως υποταγμένη στα κελεύσματα της κοινωνίας, της κοινότητας ή ενός κόμματος. Αυτό άλλωστε απορρέει και από το διάβα του 20ου αιώνα, τόσο από την υποβάθμισή της στη Ναζιστική Γερμανία όσο και από το αντίστοιχό της στη Σοβιετική Ένωση. Σε γενικές γραμμές, ο 20ος αιώνας μας έδωσε παραδείγματα μεγάλης δουλικότητας της τέχνης έναντι της κοινωνίας. Ταυτόχρονα, τόσο στην Αναγέννηση όσο και σε άλλες στιγμές του ίδιου αιώνα, ο ρόλος του καλλιτέχνη βρέθηκε να είναι ανεξάρτητος από την κοινωνία ακόμα και απέναντι σε αυτήν. Χαρακτηριστικότατη είναι η περίπτωση του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, λόγου χάριν, ο οποίος κρατούσε τα έργα του ιδιωτικά την ίδια στιγμή που σε κάποιες άλλες περιπτώσεις μάλιστα τα άφηνε ημιτελή. Αυτό αποτελεί τρανή απόδειξη του γεγονότος ότι οι καλλιτέχνες στην ιστορία ασχολούνται με την τέχνη για προσωπική αυτοτελείωση χωρίς κατ’ ουσίαν να αποβλέπουν ούτε στην κοινωνική τους καταξίωση μέσω των έργων τους, αλλά ούτε σε μια προσπάθεια παίδευσης της λοιπής κοινωνίας. Για όσους έχουν σκεπτικισμό για όλα τα παραπάνω, ας υπογραμμιστεί η περίπτωση της μουσικής. Πρόκειται για μια μη λεκτικοποίησιμη μορφή τέχνης, ασαφή ως προς το ακριβές περιεχόμενό της, που γεννά στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων διαφορετικά συναισθήματα, αντιδράσεις και συνειρμούς στο ακροατήριο. Δεν μπορούμε επομένως να υπαγορεύσουμε ρόλο στον καλλιτέχνη. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει βέβαια από τον 20ο αιώνα και ύστερα στην ζωγραφική και την ποίηση, όπου η αποδέσμευση από φορμαλιστικούς κανόνες και την άποψη της δουλικής αναπαράστασης του φυσικού κάλλους, έχει οδηγήσει σε ιδιότυπες μορφές τέχνης που δίνουν βαρύνουσα σημασία στη μετάδοση του εκάστοτε επιδιωκόμενου μηνύματος. Άξια αναφοράς κρίνεται ακόμη η αναδρομή στον Αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας και ιδιαίτερα στο σημείο που ο φιλόσοφος την προσδιορίζει ως «μίμησις πράξεως». Ενώ βέβαια ο Αριστοτέλης εννοεί πράξη από τη ζωή, την ιστορία, την κοινωνία, έχουμε κάθε δικαίωμα να ερμηνεύσουμε τη μίμηση στο Αττικό Δράμα ως την πράξη που απαντάται σε άλλο έργο της τέχνης, συμπεριλαμβανομένης και της μυθολογίας. Αυτό είναι που θα επιτρέψει σε κάποιους να μιλήσουν για αυτοαναφορικότητα και αυτάρκεια στην τέχνη. Αβίαστα έτσι καταλήγουμε στο ότι η τέχνη ενδέχεται, και ας μην μας ξαφνιάζει αυτό, να μιμείται την ίδια την τέχνη. Αυτό αποτελεί μάλιστα και το σημείο που η απόσταση μεταξύ τέχνης και κοινωνίας είναι αγεφύρωτη και άρα η τέχνη δίνει ρόλο η ίδια στον εαυτό της. Για παράδειγμα, τόσο η καλλιτεχνική αρτιότητα της τραγωδίας του Σοφοκλέους «Οιδίπους Τύραννος» όσο και το βάθος της διανοίας του ποιητή έχει διαμορφώσει τους δικούς της κανόνες αναφοράς και τα δικά της κριτήρια. Τέλος, εύκολα μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει ότι η τέχνη ακολουθεί το μοτίβο συγκεκριμένο-αφηρημένο- συγκεκριμένο. Μετά βεβαιότητος, η μετάβαση από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, ιδιαίτερο στα βαθμό που η αφαιρετικότητα της τέχνης γίνεται αυτοσκοπός, μπορεί να μην είναι αποδεκτή/κατανοήσιμη. Είναι ενδιαφέρον, συνοψίζοντας ότι οι καλλιτέχνες μεμονωμένα, αλλά και ολόκληρα ρεύματα συχνά, όταν ερωτηθούν, έχουν την τάση να υπεραμύνονται της ανεξαρτησίας της τέχνης τους και της ανάγκης για ελευθερία.

Επιλέγουμε ως δεύτερη κρίσιμη προσέγγιση του ζητήματος της αλληλεπίδρασης μεταξύ τέχνης και κοινωνίας το πρίσμα που αναδεικνύει τις δύο πλευρές της σχέσης αυτής να υπόκεινται σε κάποια αιτιακή ή γενεσιουργική ειδοποιό (αλληλ)εξάρτηση. Πρόθεση μας είναι να τιμήσουμε, εξετάζοντάς τες, τις απόπειρες που έκαναν δυο μεγάλοι του πνεύματος να ανακαλύψουν πιθανές αιτιακές αλληλεξαρτήσεις, αυτή του Μαρξ και του Φρόιντ. Όμως, δεδομένης της θέσης αυτού του δοκιμίου, θα ήταν ίσως χρήσιμο σε αυτό το σημείο να έχουμε καταθέσει ενώπιον του αναγνώστη δύο σημαντικές διαπιστώσεις. Ενώ η κοινωνία έχει ηλικία πάνω από εκατό πενήντα χιλ. χρόνια, η τέχνη, και μάλιστα η υψηλή, μόνο δυόμιση χιλ.∙ κατ’ αναλόγια η ίδια αυτή ασυμμετρία και ασυμπτωματικότητα παρατηρείται και στις νεότερες κοινωνίες με την έννοια ότι η κοινωνία δεν παράγει στον ίδιο ρυθμό και στον ίδιο βαθμό μεγάλους καλλιτέχνες. Ποιος θα μπορούσε να προβλέψει την Αναγέννηση πριν την έναρξή της; Οι δύο αυτές παραδοχές, όμως, δεν εμπόδισαν ούτε τον Φρόιντ ούτε τον Μαρξ να επιχειρήσουν ο καθένας τη δική του αιτιακή προσέγγιση του φαινομένου της τέχνης. Ο μεν πρώτος επικεντρωνόμενος στο άτομο και ο δε δεύτερος στο σύνολο. Ο Φρόιντ, δίνοντας έμφαση στην παιδική ηλικία, στα όνειρα και στα καταπιεσμένα ένστικτα, θα αποδώσει τη δημιουργικότητα ενός Σαίξπηρ ή ενός Ντοστογιέφσκι σε ένα συνδυασμό των παραπάνω. Είναι πασίγνωστο το παράδειγμα της μελέτης του πάνω στις λεπτομέρειες του βίου του Ντα Βίντσι και του συσχετισμού που ο Φρόιντ πρότεινε μεταξύ της ομοφυλοφιλίας του ζωγράφου και του μεγαλείου του. Ο Μαρξ, που βέβαια είχε προηγηθεί χρονικά, δεν θα είχε υπομονή με τέτοιες υπερατομικευμένες διαπιστώσεις. Αιτία δημιουργικότητας, ακόμα και για την πιο μεγάλη μεγαλοφυία, είναι οι κοινωνικές συνθήκες, οι σχέσεις εργασίας και ιδιοκτησίας. Παρόλα αυτά, μεγαλοφυής και ο ίδιος, οραματιζόμενος την μελλοντική φάση του κουμμουνισμού, προσέβλεπε στην απόλυτη απελευθέρωση του δημιουργού από το κοινωνικό πλαίσιο και άρα σε μια τέχνη ως μη αιτιακό παράγωγο της κοινωνίας. Τούτων τεθέντων, η σχέση τέχνης και κοινωνίας φαίνεται να μην είναι σχέση σύμπτωσης και συμπόρευσης αλλά αντίθετα η καθεμία χαράσσει την δική της ανεξάρτητη πορεία με βάση τους δικούς της κανόνες αναφοράς.


Επιλογικά, κατέστη σαφές πως η σχέση μεταξύ τέχνης και κοινωνίας είναι ασύμμετρη και ασύμπτωτη. Ένα δοκίμιο που υποστήριξε την ανεξαρτησία της τέχνης, τόσο όσον αφορά τον ρόλο του καλλιτέχνη μέσα στην ιστορία όσο και τις αιτίες που την γεννούν, υπόκειται και το ίδιο στους όρους που θέτει. Όσο πιο καλά, πιο ευφυή, πιο απρόβλεπτα, πιο γνήσια είναι τα επιχειρήματα του, τόσο πιο πολύ ενισχύει τη θέση της ανεξαρτησίας της τέχνης. Ας κρίνει ο αναγνώστης.


Πηγή εικόνας: listentotheworld.net

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png