• ΚΑΣΣΥ ΒΕΡΓΗ

Έργα και ημέραι μιας απολιτίκ νεολαίας

Στην εποχή της ιλιγγιώδους εναλλαγής εικονικών πληροφοριών, της οικονομικής ύφεσης διεθνούς κλίμακας και της αποθέωσης της επιφανειακής θεώρησης των πραγμάτων, η ενασχόληση με την πολιτική αξιολογείται από πλείστους νέους ως πεπαλαιωμένη, ήσσονος σημασίας τάση. Το κύμα της απολιτικοποίησης εντοπίζεται σήμερα στην κορυφή της επίδρασής του, αφού αποθαρρυντικό ρόλο διαδραματίζει το "προκαθορισμένο", όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί της, των πολιτικών εξελίξεων.


Εισαγωγικά, ως "απολιτίκ" ορίζεται ο πολίτης που δεν ενδιαφέρεται ή δεν ασχολείται με την πολιτική, ο απέχων πολιτικά ή εκείνος που θεωρεί την μόνιμη αποχή από τα κοινά πολιτική πράξη (πχ. μήνυμα, πίεση στους κυβερνώντες κτλ.). Το εν λόγω κίνημα κατέδειξε την δύναμή του τόσο στις βουλευτικές & αυτοδιοικητικές εκλογές της χώρας μας το 2019, όσο και στις ευρωεκλογές του 2014, στις οποίες το ποσοστό των νέων ψηφοφόρων άγγιζε μόλις το 28%. Στο παρακάτω γράφημα διαφαίνεται η τάση της ευρωπαϊκής νεολαίας (15-29) να μην μετέχει εσκεμμένα στις πολιτικές διαδικασίες.


Το ζήτημα είναι σε κάθε περίπτωση ακανθώδες, και για να κατανοήσουμε την δυναμική του, απαιτείται πρώτα να διαπιστώσουμε τι καθιστά την απολιτικοποίηση τόσο γοητευτική προς τους νέους, ώστε σε κάθε πολιτική αναμέτρηση, με την αποχή τους, να αμφισβητούν καταφανώς τη πεποίθηση του Αριστοτέλη ότι "κάθε άνθρωπος είναι φύσει ζώον πολιτικόν".


Η τεχνολογική, αρχικά, έκρηξη που συνόδευσε τον 21ο αιώνα, όσο χιλιοειπωμένη και κλισέ κι αν ακούγεται, συνιστά μία καθημερινή πραγματικότητα που ιχνηλατείται σε κάθε έκφανση της ανθρώπινης ζωής. Η αδιάλειπτη κίνηση των οπτικοακουστικών μέσων και ο ακατάπαυστος ρυθμός των αναζητήσεων στο Google (που ισοδυναμεί με την ακάματη και γρήγορη πρόσβαση στη γνώση) συνιστούν τα στοιχεία που πρέπει να συναγωνιστεί η πολιτική. Μία πολιτική, της οποίας θεμέλια λίθος είναι η ενδελεχής ανάλυση και η κριτική ματιά, που απαιτούν χρόνο και κόπο. Πώς ο νέος, που επεξεργάζεται δεκάδες εικόνες το λεπτό και χάνεται ανάμεσα στην πλειάδα πληροφοριών που αναδύονται συνεχώς, μπορεί τώρα να σταθεί και να διασταυρώσει με προσοχή τις συνιστώσες του πολιτικού λόγου;


Κάποιος θα μπορούσε να προβάλει τον εξής αντίλογο: "Τα παιδιά όμως διδάσκονται καθημερινά στο σχολείο τις μεθόδους πρόσκτησης κριτικής σκέψης και έρχονται σε καθημερινή επαφή με αναλύσιμα κείμενα". Η σύγχρονη εκπαιδευτική πρακτική, μολονότι ασθμαίνοντας προσπαθεί να συμβαδίσει με τις διαφοροποιήσεις στον τρόπο σκέψης και δράσης της νέας γενιάς, είναι προσκολλημένη σε ένα σύστημα εκμάθησης, στο οποίο η ξύλινη διδασκαλία της γλώσσας σπάνια συναρτάται με την καρποφόρο διάπλαση του δημοκρατικού ιδεώδους και την άνθιση ιστορικής συνείδησης. Το μάθημα της πολιτικής αγωγής θεωρείται αυτόματα και άτυπα από τους διδασκομένους ως κατώτερο και ανιαρό, φορτωμένο με γραφειοκρατία και δύσκολες λέξεις, ενώ η ιστορία είναι πάντα συγκεχυμένη, με βασιλιάδες και δικτάτορες που "ποιος ξέρει σε ποια εποχή ανήκουν". Σε ένα τέτοιο πνεύμα, η αίσθηση πολιτικής ευθύνης δύσκολα μπορεί να βαρύνει τον νέο, αφού ο τελευταίος δεν έχει ανακαλύψει την αξιοσημείωτη συνδρομή του στην μεταβολή των κατεστημένων μηχανισμών και εξελίξεων.


Μιλώντας για ιστορία, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί και η περίοδος κατά την οποία μεγάλωσαν και αντελήφθησαν τον κόσμο οι σύγχρονοι νέοι. Ο 20ος αιώνας βρίθει παραδειγμάτων κοινωνικών και κυβερνητικών μεταβολών, διλημμάτων και πρακτικών καθημερινών δυσκολιών, που αναγκαστικά οδηγούσαν τους θιασώτες εκείνης της εποχής να αναλάβουν ενεργό πολιτική δράση. Η γενιά, μολαταύτα, που δραστηριοποιείται στον συγκαιρινό αιώνα δεν έχει βιώσει προσφυγικά ρεύματα, πολέμους, εθνικό διχασμό, φασιστικά πολιτικά μορφώματα και νομισματική μεταβολή, είναι, λοιπόν, εύλογο να αισθάνεται αποστασιοποιημένη από το πολιτικό γίγνεσθαι.


Η οικονομική καθίζηση της τελευταίας δεκαετίας, πιθανώς κλόνισε την πολιτική αδράνεια της νεολαίας, ωστόσο τα αίτια που την ανέδειξαν και ο τρόπος με τον οποίο τέθηκε υπό διαχείριση την έθεσε εκ νέου στην απέναντι όχθη. Η προηγούμενη γενιά της σπατάλης, της φοροδιαφυγής και του λάγνου κυνηγιού της υλικής αυτοεκπλήρωσης κοιτά κατάματα με οίκτο τους διαδόχους της, ψέγοντάς τους για την κοινωνική στασιμότητα και την διαδικτυακή εμμονή της. Για την τελευταία, όμως, γενιά υπεύθυνοι της ύφεσης που βιώνει είναι αυτοί ακριβώς που την κατηγορούν, οι προκάτοχοί της. Η οργή προς τα παρελθοντικά τετελεσμένα και το συνεχώς επιβεβαιώσιμο χάσμα πεποιθήσεων και τρόπου ζωής, απομακρύνει τους νέους από οτιδήποτε σχετίζεται με το παλιό. Ακόμη κι αν πρόκειται για έναν θεσμό τόσο ζωτικής σημασίας, την πολιτική συμμετοχή. Στον απόηχο, λοιπόν, μιας κρίσης που πυροδοτήθηκε από κομματική απερισκεψία και διαδοχικά σκάνδαλα, οι νέοι θεωρούν μάταιη και ουτοπική την ανεύρεση μιας χαραμάδας εμπιστοσύνης.


Ως υπεύθυνη, εντούτοις, για την πολιτική ακινησία της σημερινής νεότητας, διαφαίνεται και η υφιστάμενη πολιτική σκακιέρα, με τις άνευρες υποσχέσεις, τα ευχολόγια και τις προβλέψιμες κομματικές διελκυστίνδες. Ένα πολιτικό τοπίο πλήρως απομακρυσμένο από τα κελεύσματα της τεχνολογικής εποχής, τοπίο παλιάς κοπής, καθαρευουσιάνικο (ή άλλες φορές βαθιά λαϊκιστικό), που τινάζει στον αέρα οποιαδήποτε πιθανή ταύτιση του νέου με αυτό. Το τελευταίο αυτό στοιχείο, αν συγχωνευθεί με την ιδεολογική ρευστοποίηση των τελευταίων δεκαετιών, αναδεικνύουν μία δικαιολογητική βάση της απολιτίκ φιλοσοφίας.


Αυτό που δεν έχει γίνει αντιληπτό, είναι πως με την αδράνεια φυλακίζεται η επί χρόνια διεκδικούμενη ελευθερία, και η φωνή για αλλαγή (όσο χαμηλή ή εύηχη μπορεί να είναι) καταπνίγεται, πεποιθείσει. Πέρα από το ότι το να μην ασχολείται κάποιος με τα πολιτικά τεκταινόμενα είναι τάση της εποχής/μόδα, αφού σχεδόν κανείς νέος που ασκεί μαζική επιρροή δεν προβάλλει την ασχολία αυτή ως ζωτική, θεωρώ πως βαθύτερο αίτιο της πολιτικής αδράνειας είναι η έλλειψη αυτοπεποίθησης. Δεν πιστεύουμε πως μπορούμε να αλλάξουμε τη ροή του κόσμου, δεν θεωρούμε του εαυτούς μας ικανούς να εμπνεύσουμε και να δώσουμε πνοή ανανέωσης στα κατεστημένα πολιτικά νερά.

Δεν υπάρχει ισχυρότερος στρατός από εκείνον μιας ιδέας της οποίας ο καιρός έχει φτάσει - Victor Hugo

Ο άνθρωπος ανέκαθεν πίστευε σε παραμύθια, συνωμοσίες, φτιαχτά είδωλα, γιατί αισθανόταν την ανάγκη να ξέρει πως είναι κατώτερος από κάτι/κάποιον. Eίδαμε και την άνοιξη του 2020 με την έξαρση του COVID-19 το πόσο εύκολα οι άνθρωποι θέλουν να πιστέψουν σε κάτι ήδη καθορισμένο, μελετημένο, η ανατροπή του οποίου δεν περνά από τα δικά τους χέρια, αλλά "αυτών των αγνώστων δυνατών που τα αποφασίζουν όλα". Αυτή η διαπίστωση ταιριάζει και στην περίπτωση της θέασης χωρίς δράση των πολιτικών πραγμάτων. Οι άνθρωποι δεν ψηφίζουν γιατί θεωρούν πως η πράξη ενέχει ματαιότητα. Ξέρουν πως η ιστορία επαναλαμβάνεται, και καθησυχάζουν τους εαυτούς τους, επικαλούμενοι το αναπόφευκτό της. Ο ωχαδερφισμός κερδίζει έδαφος. Και είναι χρέος μας να τον αναχαιτίσουμε.


Η Σοφία Μουτίδου, σε ομιλία της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην οποία πραγματευόταν την σύνδεση που θα έπρεπε να έχει η τέχνη με την πολιτική, καταδικάζει την βεβιασμένη και ενδελεχή ανάλυση έργων τέχνης με βαθύ κύρος στο διεθνές καλλιτεχνικό στερέωμα, που όμως δεν προσφέρουν στο κοινό κανένα συναίσθημα, καμία ταύτιση, κανένα συγκινησιακό ερέθισμα. Αντίθετα, προασπίζει μία τέχνη που κάνει τον άνθρωπο να θυμάται, ή μία τέχνη που αναδεικνύει μία στιγμή της καθημερινότητας και την ανάγει σε έργο τέχνης. Χαρακτηριστικά παραθέτει μία εικόνα μίας γυναίκας που πίνει τσάι. Ο απλός, κοινός άνθρωπος ταυτίζεται με αυτό που αντικρίζει, βλέπει πως ο εαυτός του όταν πίνει καφέ το πρωί θα μπορούσε να περιβληθεί από ένα κάδρο.



''Και αν δεις ότι θα μπορούσες να είσαι ένα έργο τέχνης πολλές φορές μέσα στην ημέρα σου, τότε ίσως σιγά σιγά να μην επέτρεπες να σε υποτιμούν πολιτικές πράξεις και τακτικές.''

Αυτή η νέα οπτική γωνία της πολιτικής αυτοεκτίμησης, με ενέπνευσε ιδιαίτερα και ήθελα να την μοιραστώ μαζί σας. Η δράση χρειάζεται να προκαλεί αντίδραση και το αντίστροφο. Το διαπιστώσαμε και στην άδικη δολοφονία του George Floyd, το βλέπουμε και διαχρονικά σε ανυπολόγιστες ιστορικές ανατροπές, που εκίνησαν από μία αντίδραση. Η α-μετοχή δεν αποτελεί κάποια μορφή επανάστασης ή υπόκωφου μηνύματος στους πολιτικούς κύκλους. Εν αντιθέσει, τροφοδοτεί την πολιτική αυθαιρεσία, που ξέρει πως δεν θα βρει επίκριση ανάμεσα σε ανθρώπους που αδιαφορούν.


Τέλος, η ημιμάθεια δεν θα πρέπει να κρύβεται πίσω από την φιλοσοφημένα εσκεμμένη αποχή. Αυτή μπορεί να μεταβληθεί με γόνιμο προβληματισμό, άλλοτε σοβαρούς και άλλοτε χιουμοριστικούς σχολιασμούς σε παρέες φίλων και εποικοδομητική κριτική και αυτοκριτική, ώστε να απολήξει σε νέες τάσεις, ιδέες και πρωτοβουλίες, που θα ανανεώσουν την ζήτηση, αναγκάζοντας την πολιτική προσφορά να προσαρμοστεί στην προσφορά της πρώτης. Το πρώτο βήμα έχει ήδη εντοπιστεί, με την συμμετοχή της ευρωπαϊκής νεότητας στις ευρωεκλογές του 2019 να έχει αυξηθεί κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες.


Ως επιστέγασμα, παραθέτω δύο ρήσεις του Πλάτωνα, που αντανακλώνται και θα αντανακλώνται διαχρονικά, ανά τους αιώνες της ανθρώπινης πολιτικής υπόστασης.

  • "Κανείς δεν είναι πιο υποδουλωμένος από τους ανθρώπους που πιστεύουν πως είναι ελεύθεροι."

  • "Όσοι αδιαφορούν για τα κοινά είναι καταδικασμένοι να εξουσιάζονται από ανθρώπους πολύ κατωτέρους τους."

2.png

follow us on Instagram @atheniantimes.gr

"Νέα άποψη σε Αθηναϊκούς καιρούς"
- ΟΙ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ ΜΑΣ -
Εικόνα1.png
LACREDI LOGO.png
- ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΕΙΤΕ -
  • Black Facebook Icon
  • Instagram
Εικόνα1.png
Εικόνα1.png